ἔναυσμα

ἔναυσμα, ατος, τό, (ἐναύω A)
A spark: metaph., Max.Tyr.11.8; ζῳοῖσιν ἔ. that which gives life to animals, Orph.H.11.16; ἡ φύσις τοῖς σώμασιν ἐντίθησιν τῆς οἰκείας ἰδιότητος ἔ. Procl.in Cra.p.30P., cf. Iamb.Protr. 21.ιζ.
2 metaph., spark, glimmer, Plb.9.28.8, Plu.Flam.11 (Pl.);

ἐναύσματα εὐγενείας Ph.2.437

: pl., slight indications of a testator's wishes, Just.Nov.107 Pr.
3 stimulus, incentive, τῶν ἀρετῶν ἐ. D.S. 10 Fr.11.2 (pl.);

τοιαῦτα ἔχων ἐ. ἐς βασιλείας ἐπιθυμίαν Hdn.2.15.2

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔναυσμα — spark neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έναυσμα — το (Α ἔναυσμα) 1. ό,τι χρησιμεύει για άναμμα, το προσάναμμα 2. μτφ. ό,τι διεγείρει, ό,τι χρησιμεύει για εξέγερση ή παρόρμηση 3. (πυροβ.) το μέσο με το οποίο επιτυγχάνεται η μετάδοση πυρός σε μία γόμωση εκρηκτικής ύλης ή και η ενίσχυση τού πυρός… …   Dictionary of Greek

  • έναυσμα — το, ατος 1. το εμπύρευμα, το προσάναμμα. 2. το μέσο με το οποίο γίνεται η μετάδοση πυρός σε εκρηκτικό γέμισμα. 3. μτφ., ό,τι χρησιμεύει για παρόρμηση, για διέγερση, ό,τι εξερεθίζει: Η βρισιά αυτή ήταν το έναυσμα της συμπλοκής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐναυσμάτων — ἔναυσμα spark neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναύσμασι — ἔναυσμα spark neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναύσματα — ἔναυσμα spark neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναύσματι — ἔναυσμα spark neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναύσματος — ἔναυσμα spark neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εμπύρευμα — Η ύλη που δίνει το έναυσμα σε ένα εκρηκτικό μείγμα. Βλ. λ. εκρηκτικές ύλες· πυρομαχικά. * * * το (AM ἐμπύρευμα) νεοελλ. μικρή ποσότητα εκρηκτικής ύλης που χρησιμοποιείται ως μέσο μεταδόσεως τής εκρήξεως στην πυρίτιδα φυσιγγίου ή σε άλλη εκρηκτική …   Dictionary of Greek

  • εναυσματοθέτης — ο 1. αυτός που τοποθετεί το έναυσμα 2. (πυροβ.) χάλκινος σωλήνας, κλεισμένος στο ένα άκρο, μέσα στον οποίο τοποθετείται το έναυσμα τής κυλινδρικής γόμωσης τορπίλλης …   Dictionary of Greek

  • εκρηκτικές ύλες — Ουσίες ή μείγματα ουσιών, τα οποία σε συνθήκες μιας εξωτερικής διέγερσης μπορούν να μετατραπούν ταχύτατα –με μία εξώθερμη αντίδραση αποσύνθεσης που συνοδεύεται συνήθως από καύση– σε έναν μεγάλο όγκο αερίων και ουσιών πτητικών σε υψηλή θερμοκρασία …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.